Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΟΟΣΑ: Μισθολογική υποβάθμιση των Ελλήνων εκπαιδευτικών, άνιση κατανομή μαθητών στις τάξεις και δομικές ελλείψεις προσωπικού – Αναλυτική αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης στην ελληνική εκπαίδευση

 

Σημαντικές και πολυεπίπεδες διαπιστώσεις για την κατάσταση της ελληνικής εκπαίδευσης προκύπτουν από τα πλέον πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), τα οποία φωτίζουν ζητήματα μισθολογικής πολιτικής, συνθηκών εργασίας, μεγέθους τάξεων, ελλείψεων προσωπικού και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών.

Παρά τη διαχρονική αναγνώριση του ρόλου των εκπαιδευτικών στο εκπαιδευτικό σύστημα, τα δεδομένα καταδεικνύουν μια σταθερή υποβάθμιση της οικονομικής και επαγγελματικής τους θέσης, με παράλληλες δομικές αντιφάσεις στη λειτουργία των σχολικών μονάδων.

Κατάρρευση πραγματικών μισθών μετά το 2010

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι νόμιμοι (statutory) μισθοί των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα είναι ενιαίοι σε όλες τις βαθμίδες, από την προσχολική έως και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και καθορίζονται αποκλειστικά από τα έτη υπηρεσίας και τα τυπικά προσόντα.

Ωστόσο, η πραγματική εξέλιξη των αποδοχών χαρακτηρίζεται ως ιδιαιτέρως ανησυχητική. Από το 2010 –έτος κορύφωσης πριν από την οικονομική κρίση– οι πραγματικοί μισθοί των εκπαιδευτικών έχουν μειωθεί κατά 35%. Η μείωση αυτή καταγράφεται οριζόντια σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και αφορά εκπαιδευτικούς με τα συνηθέστερα προσόντα και 15 έτη προϋπηρεσίας.

Το 2023, οι μέσες ετήσιες αποδοχές καθηγητών Γυμνασίου στην Ελλάδα ανήλθαν περίπου στα 32.000 δολάρια (σε όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης – PPP), κατατάσσοντας τη χώρα στη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία.

Αμοιβές αισθητά χαμηλότερες από άλλους πτυχιούχους

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η σύγκριση των αποδοχών των εκπαιδευτικών με εκείνες άλλων εργαζομένων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το 2024:

·        οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας, του Γυμνασίου και του Λυκείου λάμβαναν μόλις το 69% έως 72% των αποδοχών ενός μέσου πτυχιούχου,

·        όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ κυμαίνεται μεταξύ 81% και 83%.

Η διαφορά αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά τη θεσμική αναγνώριση της σημασίας του εκπαιδευτικού έργου, η οικονομική αποτίμηση του επαγγέλματος παραμένει εξαιρετικά χαμηλή σε διεθνή σύγκριση.

Μισθολογική εξέλιξη: τυπικά επαρκής, ουσιαστικά ανεπαρκής

Ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι η μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους κινείται κοντά στον διεθνή μέσο όρο:

·        μετά από 15 έτη υπηρεσίας, ο μισθός αυξάνεται κατά 32% σε σχέση με τον εισαγωγικό (ΟΟΣΑ: 35%),

·        το ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο είναι 97% υψηλότερο από τον αρχικό μισθό (ΟΟΣΑ: 64%).

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται από αναλυτές, η εξέλιξη αυτή εκκινεί από ιδιαίτερα χαμηλή βάση, γεγονός που καθιστά το επάγγελμα οικονομικά μη ελκυστικό στα πρώτα και πιο παραγωγικά χρόνια της σταδιοδρομίας.

Περιορισμένα πρόσθετα επιδόματα

Οι επιπλέον αποδοχές είναι περιορισμένες και στοχευμένες. Οι διευθυντές σχολικών μονάδων λαμβάνουν μηνιαίο επίδομα από 215 έως 501 ευρώ, ανάλογα με τη βαθμίδα και το μέγεθος της σχολικής μονάδας, σύμφωνα με τον Ν. 5045/2023.

Παράλληλα, προβλέπεται επίδομα 100 ευρώ μηνιαίως για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε παραμεθόριες ή απομακρυσμένες περιοχές, το οποίο, ωστόσο, δεν επαρκεί για την κάλυψη του αυξημένου κόστους διαβίωσης, ιδίως σε νησιωτικές περιοχές.

Μικρά τμήματα σε εθνικό επίπεδο – έντονες ανισότητες τοπικά

Η ελληνική νομοθεσία ορίζει:

·        στο Δημοτικό σχολείο: 15 έως 25 μαθητές ανά τμήμα,

·        σε Γυμνάσιο και Γενικό Λύκειο: έως 27 μαθητές, με δυνατότητα αύξησης κατά 10%.

Σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλούς δείκτες μαθητών ανά εκπαιδευτικό:

·        Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: 7,9 μαθητές ανά εκπαιδευτικό (ΟΟΣΑ: 14),

·        Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: 8,7 μαθητές (ΟΟΣΑ: 12,7).

Το μέσο μέγεθος τάξης ανέρχεται:

·        σε 17 μαθητές στο Δημοτικό,

·        σε 22 μαθητές στο Γυμνάσιο και το Λύκειο.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ΑΔΙΠΠΔΕ, οι μέσοι όροι αποκρύπτουν σοβαρές περιφερειακές ανισότητες. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα τμήματα συχνά φτάνουν ή υπερβαίνουν τους 25 μαθητές, δυσχεραίνοντας τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, ενώ στις αγροτικές και κοινωνικά μειονεκτούσες περιοχές τα τμήματα είναι μικρότερα.

Έλλειψη εκπαιδευτικών: όχι γενικευμένη, αλλά λειτουργικά υπαρκτή

Ο ΟΟΣΑ επιβεβαιώνει ότι:

·        δεν παρατηρείται έλλειψη νέων πτυχιούχων που επιδιώκουν διορισμό,

·        οι παραιτήσεις μονίμων εκπαιδευτικών είναι εξαιρετικά σπάνιες,

·        το 95%-96% των αποχωρήσεων οφείλεται σε συνταξιοδότηση.

Η Ελλάδα, μαζί με την Κορέα και την Τουρκία, συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες του ΟΟΣΑ που δεν δήλωσαν γενική έλλειψη εκπαιδευτικών το σχολικό έτος 2022/23.

Παρά ταύτα, το 54,3% των 15χρονων μαθητών φοιτούν σε σχολεία των οποίων οι διευθυντές δηλώνουν ότι η εκπαιδευτική διαδικασία παρεμποδίζεται από ελλείψεις προσωπικού – ποσοστό αυξημένο κατά 10 μονάδες από το 2015 και κατά 28 μονάδες από το 2018. Οι ελλείψεις εντοπίζονται κυρίως σε απομακρυσμένες περιοχές και μικρά νησιά και συνδέονται περισσότερο με δημοσιονομικούς περιορισμούς παρά με έλλειψη διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού.

Επιμόρφωση εκπαιδευτικών και νέο Μητρώο από το 2025

Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών παραμένει κατά βάση προαιρετική, με εξαίρεση ορισμένες υποχρεωτικές δράσεις. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), με δωρεάν εξ αποστάσεως προγράμματα, κυρίως μέσω χρηματοδότησης ΕΣΠΑ.

Από το 2025 αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία το Μητρώο Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών (Ν. 5128/2024), με στόχο:

·        την καταγραφή όλων των επιμορφωτικών δράσεων,

·        την πιστοποίηση επιμορφωτών,

·        τη συστηματική αξιολόγηση της ποιότητας της επιμόρφωσης.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ αναδεικνύουν την ανάγκη για μια συνολική επαναξιολόγηση της εκπαιδευτικής πολιτικής, με έμφαση στη μισθολογική αναβάθμιση, τη δίκαιη κατανομή προσωπικού και την ενίσχυση της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου