
Η μετάβαση από το Λύκειο στο Πανεπιστήμιο αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα και ταυτόχρονα δυσλειτουργικά σημεία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η Δευτεροβάθμια και η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση λειτουργούν, στην πράξη, ως δύο αποσυνδεδεμένοι κόσμοι, με άμεσες συνέπειες για τους μαθητές που επιδιώκουν τη συνέχιση των σπουδών τους.
Αναντιστοιχία γνώσεων και απαιτήσεων σπουδών
Σε πολλές περιπτώσεις, τα κριτήρια εισαγωγής στα πανεπιστημιακά Τμήματα δεν συνδέονται ουσιαστικά με το αντικείμενο σπουδών. Ως αποτέλεσμα:
- Οι νεοεισαχθέντες φοιτητές εμφανίζουν σημαντικά γνωστικά κενά
- Η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις των σπουδών καθίσταται δυσχερής
- Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εγκατάλειψης σπουδών
Τα Πανεπιστήμια, παρά την τυπική τους αυτονομία, δεν έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν:
- τα κριτήρια εισαγωγής,
- το επίπεδο των εισερχόμενων φοιτητών,
- ούτε τον αριθμό των εισακτέων.
Ενδεικτικά παραδείγματα στρεβλώσεων
Η αναντιστοιχία μεταξύ εξεταζόμενων μαθημάτων και πανεπιστημιακών απαιτήσεων αποτυπώνεται σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
- Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων εντάσσεται πλέον σε περισσότερα επιστημονικά πεδία, με αποτέλεσμα να εισάγονται υποψήφιοι χωρίς βασικές γνώσεις (π.χ. Μαθηματικών ή Φυσικών Επιστημών), παρότι το πρόγραμμα σπουδών είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και πολυεπιστημονικό.
- Τμήματα Περιβάλλοντος δέχονται φοιτητές χωρίς επαρκές υπόβαθρο σε Βιολογία, Φυσική και Χημεία, γεγονός που δυσχεραίνει την παρακολούθηση.
- Στα Παιδαγωγικά Τμήματα εισάγονται φοιτητές χωρίς ουσιαστική γνώση Μαθηματικών, παρότι καλούνται μελλοντικά να τα διδάξουν.
- Στα Τμήματα Ψυχολογίας παρατηρείται έλλειψη βασικών γνώσεων Στατιστικής, απαραίτητης για την έρευνα.
- Σε πολυτεχνικές και τεχνολογικές σχολές εισάγονται φοιτητές χωρίς επαρκή γνώση Φυσικής, γεγονός που αντιβαίνει στη φύση των σπουδών.
Κριτήρια εισαγωγής χωρίς συνάφεια
Παράλληλα, παρατηρείται το φαινόμενο εξεταζόμενα μαθήματα να λειτουργούν ως φίλτρο εισαγωγής χωρίς να σχετίζονται με το αντικείμενο σπουδών:
- Η Χημεία αποτελεί κριτήριο για εισαγωγή σε Τμήματα Μαθηματικών
- Τα Λατινικά εξετάζονται για σπουδές σε Παιδαγωγικά και Ψυχολογία
- Μαθήματα ουσίας για τις σπουδές (π.χ. Μαθηματικά για Ψυχολογία) απουσιάζουν από τα εξεταζόμενα
Το αποτέλεσμα είναι η αξιολόγηση των υποψηφίων να βασίζεται σε γνωστικά αντικείμενα που δεν θα αξιοποιηθούν ποτέ κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.
Η επίδραση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής
Η εφαρμογή της Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) επιδείνωσε τις στρεβλώσεις, οδηγώντας:
- σε κενές θέσεις σε πολλά Τμήματα
- σε τεχνητές αλλαγές στα επιστημονικά πεδία για την κάλυψή τους
Ωστόσο, το πρόβλημα της αναντιστοιχίας προϋπήρχε και παραμένει.
Περιορισμένος ρόλος των Πανεπιστημίων
Τα Πανεπιστήμια έχουν ελάχιστη ουσιαστική συμμετοχή στον καθορισμό των όρων εισαγωγής. Η μόνη δυνατότητα παρέμβασης αφορά:
- τον καθορισμό συντελεστών βαρύτητας (περίπου 20% της βαθμολογίας)
Η ύπαρξη χιλιάδων συντελεστών δημιουργεί:
- υπέρμετρη γραφειοκρατία
- αστάθεια στο σύστημα (καθώς μεταβάλλονται συχνά)
Απουσία ορθολογικών κριτηρίων για τους εισακτέους
Ο αριθμός των εισακτέων δεν καθορίζεται με βάση αντικειμενικά ακαδημαϊκά κριτήρια. Συγκεκριμένα:
- Τα Τμήματα εισηγούνται έναν αριθμό
- Το Υπουργείο καθορίζει άλλον
- Η ΕΒΕ διαμορφώνει τελικά έναν τρίτο αριθμό
Δεν λαμβάνονται υπόψη κρίσιμες παράμετροι όπως:
- ο αριθμός μελών ΔΕΠ
- οι κτηριακές και εργαστηριακές υποδομές
Ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης παραμένει περιορισμένος.
Ανάγκη συνολικής αναδιάρθρωσης
Η σημερινή κατάσταση οδηγεί σε συστηματική υποβάθμιση της λειτουργίας της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Παράλληλα, οι προτεινόμενες αλλαγές, όπως το Εθνικό Απολυτήριο, δεν αντιμετωπίζουν τον πυρήνα του προβλήματος.
Απαιτείται:
- ουσιαστική αναδιάρθρωση του Λυκείου
- επανασχεδιασμός των επιστημονικών πεδίων
- σύνδεση εξεταζόμενων μαθημάτων με τα αντικείμενα σπουδών
- ενίσχυση του ρόλου των Πανεπιστημίων στη διαδικασία επιλογής
Η αντίφαση μεταξύ διατήρησης των υφιστάμενων ωρολογίων προγραμμάτων και παράλληλης εισαγωγής νέων μεταρρυθμίσεων καταδεικνύει την έλλειψη συνολικού σχεδιασμού.
Η αναμόρφωση της σχέσης Λυκείου και Πανεπιστημίου αποτελεί επιτακτική ανάγκη για τη διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών, της ισότητας των ευκαιριών και της ουσιαστικής εκπαιδευτικής προοπτικής των μαθητών. Χωρίς βαθιές και συνεκτικές παρεμβάσεις, το πρόβλημα θα διαιωνίζεται εις βάρος της νέας γενιάς και της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου