
Σημαντικά ευρήματα για τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στον διεθνή διαγωνισμό PISA αναδεικνύει πανελλαδική έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), αποτυπώνοντας τις απόψεις εκπαιδευτικών και συμβούλων εκπαίδευσης.
Ο διαγωνισμός PISA του ΟΟΣΑ, που διεξάγεται ανά τριετία από το 2000, αξιολογεί τις δεξιότητες των μαθητών στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε τρεις βασικούς τομείς: κατανόηση κειμένου, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες. Παρά τη μακρόχρονη συμμετοχή της Ελλάδας, τα αποτελέσματα παραμένουν διαχρονικά χαμηλά, με τη χώρα να κατατάσσεται σταθερά στη μέση ή και χαμηλότερα των διεθνών κατατάξεων. Ενδεικτικά, στον διαγωνισμό του 2022, μεταξύ 81 χωρών, η Ελλάδα κατετάγη 41η στην κατανόηση κειμένου και 44η τόσο στις φυσικές επιστήμες όσο και στα μαθηματικά.
Η έρευνα, που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PiSA4U από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με τη συμμετοχή 1.621 εκπαιδευτικών και 100 συμβούλων Παιδαγωγικής Ευθύνης, αποκαλύπτει ένα σύνθετο και συχνά αντιφατικό τοπίο.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι το έλλειμμα ενημέρωσης: ενώ το 48,3% των εκπαιδευτικών δηλώνει έντονο ενδιαφέρον να γνωρίσει καλύτερα το PISA (ποσοστό που φτάνει το 82% στους συμβούλους), μόλις ένας στους τέσσερις αισθάνεται επαρκώς ενημερωμένος. Η κύρια πηγή πληροφόρησης για το 44% των εκπαιδευτικών είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ενώ οι θεσμικοί δίαυλοι, όπως οι σύμβουλοι εκπαίδευσης, εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένοι.
Παράλληλα, καταγράφονται σημαντικά κενά γνώσης σχετικά με τη μεθοδολογία του διαγωνισμού, καθώς μόνο το 30,2% γνωρίζει ότι η επιλογή του δείγματος των σχολείων γίνεται από τον ΟΟΣΑ και όχι από τις ίδιες τις χώρες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των εκπαιδευτικών απέναντι στον θεσμό. Η πλειονότητα εκφράζει θετική ή ήπια επιφυλακτική άποψη: το 55,1% αναγνωρίζει ότι ο PISA αξιολογεί κρίσιμες δεξιότητες, το 61,3% τον θεωρεί αξιόπιστο εργαλείο ανάδειξης αδυναμιών του συστήματος, ενώ το 58,8% απορρίπτει την άποψη ότι χρησιμοποιείται για την απαξίωση του έργου τους. Ωστόσο, όταν καλούνται να εκτιμήσουν τη στάση των συναδέλφων τους, θεωρούν ότι επικρατεί πολύ πιο αρνητικό κλίμα, στοιχείο που αποδίδεται στο φαινόμενο του «φαντασιακού αρνητισμού» και στην επίδραση «ηχηρών μειοψηφιών» στον δημόσιο διάλογο.
Ως προς τα αίτια των χαμηλών επιδόσεων, οι εκπαιδευτικοί αποδίδουν την κύρια ευθύνη στη δομή και την κουλτούρα του εκπαιδευτικού συστήματος (81,3%), καθώς και στις εκπαιδευτικές πολιτικές (80,6%), τη χρηματοδότηση (75,8%) και τις υποδομές (71,6%). Αντίθετα, η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού αξιολογείται ως λιγότερο σημαντικός παράγοντας (20,8%). Από την πλευρά τους, οι σύμβουλοι εκπαίδευσης δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο διδασκαλίας και στην ποιότητα της εκπαιδευτικής πράξης.
Σε επίπεδο προτάσεων, οι συμμετέχοντες αναδεικνύουν ως κρίσιμες παρεμβάσεις:
- την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στη φιλοσοφία του PISA (56,3% – 77% στους συμβούλους),
- την ανάπτυξη πλατφορμών με θέματα τύπου PISA (55,7%),
- τον εμπλουτισμό των σχολικών εγχειριδίων με αντίστοιχα παραδείγματα (59,3%).
Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη μεταστροφής της εκπαιδευτικής πρακτικής από τη στείρα αποστήθιση και την «ασκησιολογία» προς την ανάπτυξη δεξιοτήτων εφαρμογής της γνώσης σε πραγματικές συνθήκες.
Η έρευνα καταδεικνύει ότι οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αρνητικοί σε μια αλλαγή φιλοσοφίας στο σχολείο, ωστόσο απαιτούνται θεσμικές παρεμβάσεις, αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, προκειμένου να υιοθετηθεί ουσιαστικά η λογική του PISA.
Η βελτίωση των επιδόσεων των μαθητών συνδέεται άμεσα με την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος συνολικά, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια ολοκληρωμένη και μακροπρόθεσμη εκπαιδευτική πολιτική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου