Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Η πολιτική διαπραγμάτευση και τα νούμερα του ΣΥΡΙΖΑ


Ο Σύριζα ευθύς εξ αρχής έθεσε ως στόχο στη σχέση του με τους δανειστές, την πολιτική διαπραγμάτευση. 
Με έντονο στο γονιδίωμα του το βολονταρισμό, πίστευε και πιστεύει πως το διεθνές περιβάλλον ευνοεί την μετάθεση των συζητήσεων στο πολιτικό επίπεδο καθώς στο τεχνοκρατικό οι συνθήκες είναι αντίξοες γι΄ αυτόν. 
Άλλωστε, η αριστερά ιστορικά είχε κακή σχέση με τους αριθμούς. 
 
Τους απεχθανόταν είτε αφορούσαν οικονομικές επιδόσεις και στατιστικές είτε νεκρούς και θύματα είτε καταμέτρηση ψήφων. 
 
Όπου μπορούσε τους προσάρμοζε, μέχρις αλλοιώσεως. 
 
Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί και κάνει το παν για να τους αποφύγει. 
 
Διέξοδος, η πολιτική διαπραγμάτευση.
 
Τι είναι λοιπόν αυτό το εφεύρημα;


Είναι η πρόταξη των πολιτικών προτεραιοτήτων και η υποβάθμιση των τεχνοκρατικών απαιτουμένων, είναι η κυριαρχία του πολιτικού λόγου επί θεσμοθετημένων διαδικασιών που παρακάμπτονται υπό το βάρος του, είναι τελικά η επιβολή της πολιτικής βούλησης επί των λοιπών παραμέτρων που επηρεάζουν μία διαπραγμάτευση. 
 
Η δε πολιτική βούληση συντίθεται από την συνεκτίμηση των γεωστρατηγικών συμφερόντων, την απαίτηση για ισορροπία και συνοχή του συστήματος, την αποφυγή κρίσεων ή την επιδίωξη ανατροπών, αστάθειας, ρήξεων.

Ο περιγραφικός ορισμός της πολιτικής διαπραγμάτευσης καταδεικνύει και την στρατηγική του Σύριζα. 
 
Τις προσπάθειες που κατέβαλε και καταβάλλει ώστε οι διαπραγματεύσεις να αποφύγουν το βασανιστικό πεδίο των τεχνοκρατικών ελέγχων και να μεταφερθούν στην κεντρική ευρωπαϊκή σκηνή όπου με εκατέρωθεν συμβιβασμούς και την επικράτηση κυρίως πολιτικών κριτηρίων να συναφθεί μια σχετικά ανώδυνη συμφωνία.
 

 
Είναι προφανές πως μέχρι στιγμής η στρατηγική αυτή απέτυχε. Οι αλλεπάλληλες δηλώσεις Μέρκελ και Ολάντ υπογραμμίζουν πως οι θεσπισμένες διαδικασίες δεν μπορούν να παρακαμφθούν. 
 
Και λένε το αυτονόητο, γιατί πάνω στον σεβασμό των θεσμών και των διαδικασιών χτίστηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Μέσα από τους θεσμούς και τις διαδικασίες επιτυγχάνονται οι συγκλίσεις, οι συμβιβασμοί, η εξεύρεση κοινών τόπων.

Προφανώς τα στελέχη του Σύριζα, με τον δεδομένο αντιληπτικό τους ορίζοντα, αδυνατούν να κατανοήσουν πως τα πάντα στην ΕΕ δεν επικαθορίζονται από την πολιτική. Υπάρχει μία κλίμακα που η κατάληξη της οδηγεί στην πολιτική διευθέτηση αφού όμως πρώτα οι ενδιαφερόμενοι έχουν ανεβεί όλα τα σκαλιά που προβλέπουν οι συνθήκες, οι διαδικασίες, οι θεσμοί.

Πολιτική διαπραγμάτευση επιχείρησε και ο Β. Βενιζέλος το καλοκαίρι του 2011, όταν έδιωξε την τρόικα και μετέβη στο Eurogroup προς τούτο. Η συνέχεια γνωστή και οδυνηρή. 
 
Η σημερινή κυβέρνηση, προτάσσοντας την ενότητα του κόμματος, προσπαθεί να φέρει τους όρους της συμφωνίας στα μέτρα των συνιστωσών, παραβλέποντας τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και αδιαφορώντας για τις συνέπειες που επιφέρει σε αυτήν, η τετράμηνη διαπραγμάτευση και η παντελής έλλειψη ρευστότητας.


Αυτή η αδιέξοδη εμμονή της συγκυβέρνησης στην πολιτική διαπραγμάτευση, δείχνει και από έναν άλλο δρόμο πως το πρόβλημα της χώρας ήταν, είναι και θα είναι βαθύτατα πολιτικό. 
 
Απέρρεε και απορρέει από την αδυναμία της πολιτικής τάξης συνολικά, να δει αυτά που πρέπει να κάνει, ώστε η ελληνική οικονομία να γίνει συμβατή, όχι τόσο και όχι μόνον σε επίπεδο αριθμών με τις λοιπές χώρες της ευρωζώνης, αλλά κυρίως σε επίπεδο δομών, θεσμών και λειτουργιών του κράτους. 
 
Με την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου η ελληνική κυβέρνηση απέκτησε την ιδιοκτησία του προγράμματος. 
 
Το πώς χειρίστηκε αυτό το προνόμιο επί τρίμηνο, αποδεικνύει τα προεκτεθέντα.



Και γι' αυτό δικαίως αποτελεί κοινοτοπία η διαπίστωση πως το πρόβλημα δεν θα τερματιστεί με την επίτευξη της συμφωνίας, αλλά θα επιταθεί με την υλοποίηση των μέτρων που αυτή θα προβλέπει.
 
Και δυστυχώς η παρούσα βουλή που εξέλεξε ο ελληνικός λαός ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας αφήνει.


Σάκης Μουμτζής
capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου