Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: ΑΙΤΗΣΗ ΟΧΛΗΣΗΣ ΣΤΟ NΣΚ ΓΙΑ ΜΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΑΠΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΟ ΚΛΙΜΑΚΙΟ

 

Μ.Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ &  ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΗΡΟΔΟΤΟΥ 17, ΚΟΛΩΝΑΚΙ

Τ.Κ. 10674

Τηλ: 210-7228055

e-mail: m.panagopoulou@mplawoffice.gr

www.mplawoffice.gr

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΜΕΤΑΤΑΣΣΟΜΕΝΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

 

Ι. Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς.

 

Με το άρθρο 13 ν.4440/2016 αντικαταστάθηκε το άρθρο 71 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007) ως εξής:

 

 «Άρθρο 71

2. Ο υπάλληλος μετατάσσεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει. Σε περίπτωση μετάταξης σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας, ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στο βαθμό με τον οποίο μετατάσσεται ο υπάλληλος, θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο βαθμό της θέσης στην οποία μετατάσσεται, εφόσον έχει διανυθεί με τον τίτλο σπουδών που απαιτείται για τον κλάδο αυτόν».

Με το άρθρο 44 παρ.2 ν.4674/2020 αντικαταστάθηκε το άρθρο 71 του Υπαλληλικού Κώδικα και ορίστηκαν επί λέξει τα εξής:

«2. Ο υπάλληλος μετατάσσεται με τον βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει, εφόσον στην υπηρεσία υποδοχής εφαρμόζεται το ίδιο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς με την υπηρεσία προέλευσης, άλλως κατατάσσεται βάσει των διατάξεων που διέπουν τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των υπαλλήλων του φορέα υποδοχής. Σε ό,τι αφορά στην μισθολογική προώθηση του υπαλλήλου λόγω κτήσης μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, αυτοί λαμβάνονται υπόψη για τη μισθολογική κατάταξη του υπαλλήλου, κατόπιν αναγνώρισης της συνάφειας αυτών βάσει των ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων. Σε περίπτωση μετάταξης σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας, ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στον βαθμό με τον οποίο μετατάσσεται ο υπάλληλος, θεωρείται ότι έχει διανυθεί στον βαθμό της θέσης, στην οποία μετατάσσεται, εφόσον έχει διανυθεί με τον τίτλο σπουδών που απαιτείται για τον κλάδο αυτόν».

Με την με αρ.ΔΙΔΑΔ/Φ.49Κ/1102/οικ.18804/2.12.2022 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Εσωτερικών προβλέφθηκαν τα ακόλουθα:

«Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ειδικά σε ό,τι αφορά τους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα που κατέχουν οι υποψήφιοι, ότι βάσει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και των προαναφερομένων διατάξεων του αρ. 71 του Υ.Κ., απαιτείται εκ νέου η κρίση της συνάφειας αυτών από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας υποδοχής αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μετάταξης, κατά το μέρος που οι τίτλοι αυτοί δεν αποτελούν τυπικό προσόν για τη συγκεκριμένη θέση, οπότε και αποτελούν κριτήριο για το παραδεκτό της αίτησης υποψηφιότητας. Σε ό,τι αφορά τη βαθμολογική προώθηση λόγω κτήσεως μεταπτυχιακού τίτλου ή διδακτορικού διπλώματος, υπενθυμίζεται ότι βάσει των διατάξεων των αρ. 80 και επ. του Υ. Κ. δεν απαιτείται κρίση συνάφειας, αλλά αρκεί η κατοχή του τίτλου ή διπλώματος αυτού και η προσκόμισή του στην Υπηρεσία».

Με την ΣτΕ 2562/2011 κρίθηκαν επί λέξει τα εξής:

«Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει ο μετατασσόμενος, με την τυχόν διατηρούμενη σε αυτό διαφορά. Οι μετατασσόμενοι και μετά τη μετάταξή τους, υπάγονται στα ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας που υπάγονταν και πριν από τη μετάταξη. Ακολουθούν το μισθολογικό καθεστώς και λαμβάνουν όλα τα επιδόματα που έχουν οι υπάλληλοι του υπουργείου από το οποίο προέρχονται. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνουν τις αποδοχές με όλα τα επιδόματα που προβλέπει το καθεστώς της Ν.Α. για υπαλλήλους με τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και την ίδια εργασία, εφόσον αυτές είναι ανώτερες. Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών του νόμου οι θέσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων στις οποίες μετατάσσονται οι εκκαλούντες είναι κατ’ ουσίαν, από απόψεως αντικειμένου, καθηκόντων και αποδοχών, όμοιες προς τις καταργούμενες (βλ. ΣΕ 3807/1972). Οι δε μετατασσόμενοι ως μόνιμοι υπάλληλοι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εξακολουθούν να απολαύουν της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 6 του Συντάγματος (βλ. ΣΕ 4237/2005)».

Με την ΣτΕ 3807/1972 κρίθηκαν επί λέξει τα εξής:

«Εκ τούτου όμως παρέπεται κατά λογικήν συνέπειαν ότι και η περαιτέρω τοποθέτησις των υπαλλήλων τούτων της τέως δημοσίας εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως εις συγκεκριμένας θέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος ενεργουμένη, κατά την προπαρατεθείσαν διάταξιν δια πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δέον να γίνει εν όψει της συνταγματικώς προστατευομένης μονιμότητος των υπαλλήλων τούτων, ήτοι δέον να γίνει εις θέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος ουχί απλώς ομοιοβάθμους αλλά και ομοίας εξ επόψεως καθηκόντων προς τας θέσεις, ας ούτοι κατείχον εν τη τέως δημοσία εκκλησιαστική εκπαιδεύσει, δοθέντος ότι η συνταγματική προστασία των υπαλλήλων τούτων παρέχει εις αυτούς δικαίωμα ου μόνον επί της θέσεως και του βαθμού αυτών, αλλά και δικαίωμα ου μόνον επί της θέσεως και του βαθμού αυτών, αλλά και δικαίωμα επί των καθηκόντων της θέσεώς των, υπό την έννοιαν ότι δεν επιτρέπεται τα κύρια καθήκοντα των υπαλλήλων τούτων να μεταβληθούν άνευ της συναινέσεως αυτών εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να καταστούν τελείως διάφορα των ων μέχρι τούδε ήσκουν καθηκόντων (πρβλ. και Σ.τ.Ε. 321/55). Υπό τοιούτον πνεύμα ερμηνευομένη η διάταξις του άρθρου 5 του Ν. Δ/τος 876/1971 ουδόλως αντιστρατεύεται προς το άρθρον 125 § 2 του Συντάγματος, δοθέντος ότι κατά την ορθήν αυτής έννοιαν το μεν εκ κληρικών εκπαιδευτικόν προσωπικόν της τέως δημοσίας εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως δέον να τοποθετηθεί εις θέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος μόνον "εκπαιδευτικάς", το δε λοιπόν μη εκπαιδευτικόν προσωπικόν εις θέσεις "άλλας" ήτοι μη εκπαιδευτικάς».

ΙΙ. Ως προς την διαχρονική ερμηνεία των κείμενων διατάξεων επί μετατάξεως υπαλλήλων.

1. Από την ανωτέρω ερμηνεία της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων επί μετατάξεως υπαλλήλου, προκύπτει ότι, η μετάταξη αποτελεί μεν θεωρητικά απόλυση από μια θέση και διορισμό σε ομοιόβαθμη θέση άλλης υπηρεσίας της Διοικήσεως, η μεταβολή όμως αυτή επέρχεται χωρίς καμία διακοπή της υπαλληλικής ιδιότητας του μετατασσόμενου υπαλλήλου, δεδομένου ότι και οι δύο πράξεις συμπίπτουν χρονικώς[1].

2. Συνακόλουθα, εφόσον δεν μεσολαβεί διακοπή της υπαλληλικής ιδιότητας του μετατασσόμενου υπαλλήλου και δη εξ εκείνων για τις οποίες υφίσταται η ειδική προστασία του άρθρου 103 παρ.4 Συντ., η οποία επιβάλλει απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, τότε ο μετατασσόμενος υποχρεωτικώς, κατά συνταγματική επιταγή, διατηρεί το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του φορέα προέλευσής του[2]. Σε διάφορη περίπτωση, όπως αυτή που ρυθμίζει πλέον η διάταξη του άρθρου 44 παρ.2 Ν.4674/2020 παρίσταται σαφές ότι η μετάταξη διακόπτει πλέον την υπαλληλική ιδιότητα του μετατασσόμενου, αφού τούτος πρέπει να επανακαταταγεί στην υπηρεσία υποδοχής, εφόσον σε αυτήν δεν εφαρμόζεται το ίδιο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς με την υπηρεσία προέλευσης. Με τα δεδομένα αυτά εν τούτοις, η ρύθμιση παρίσταται συνταγματικώς προβληματική, αφού αποδομεί την βασική συνιστώσα της μετατάξεως που είναι η χρονική σύμπτωση της απόλυσης και του διορισμού του μετατασσόμενου υπαλλήλου σε ομοιόβαθμη θέση άλλης υπηρεσίας της Διοικήσεως, καθόσον εμμέσως οδηγεί σε διακοπή της υπαλληλικής του ιδιότητας.

3. Για το λόγο δε αυτό, τυγχάνει συνταγματικώς προβληματική η ρύθμιση του άρθρου 44 παρ.2 ν.4674/2020, δεδομένου ότι, εισάγει ρωγμή στην αρχή της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας των μετατασσόμενων υπαλλήλων από την οποία απορρέει ως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το δικαίωμά τους να μεταταγούν διατηρώντας τον βαθμό καιτο μισθό τους, καθώςκαι την θέση τους στην υπηρεσία υποδοχής και πολύ περισσότερο το δικαίωμά τουςνα διατηρήσουν τα καθήκοντα της θέσεως προελεύσεώς τους στην υπηρεσία υποδοχής, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται τα κύρια καθήκοντά τους να μεταβληθούν ώστε να καταστούν τελείως διαφορετικά από αυτά που ασκούσαν μέχρι πρότινος. Με επιχείρημα από το μείζον στο έλασσον, είναι σαφές ότι η μη διατήρηση του βαθμολογικού και μισθολογικού καθεστώτος του μετατασσόμενου υπαλλήλου προσβάλει τα προαναφερόμενα δικαιώματα που απορρέουν από την συνταγματική διάταξη του άρθρου 103 Συντ. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή επί μεταβολής του μισθολογικού και βαθμολογικού καθεστώτος του μετατασσόμενου υπαλλήλου, με αποτέλεσμα την επανακατάταξή του στο φορέα υποδοχής,είναι σαφές ότι ανατρέπεται το εγγενές στοιχείο της μετατάξεως που συνίσταται στην ταυτόχρονη απόλυση και διορισμό του υπαλλήλου, χωρίς καμία διακοπή της υπαλληλικής του ιδιότητας. Κατά τούτο η ρύθμιση του άρθρου 44 ν.4765/2020 πάσχει εκ της συλλήψεώς της ως αντιβαίνουσα στην συνταγματική προστασία της μονιμότητας των υπαλλήλων, όπως τούτη έχει ειδικώς ερμηνευτεί στην περίπτωση -αυτοδίκαιων- μάλιστα μετατάξεων των υπαλλήλων.

4. Η ρύθμιση εν τούτοις τυγχάνει και άνιση ενόσω δημιουργεί δύο κατηγορίες μετατασσόμενων υπαλλήλων εντός του αυτού νομοθετήματος: των μεταταγέντων υπαλλήλων βάσει των κύκλων κινητικότητας που έλαβαν χώρα υπό το καθεστώς ισχύος του άρθρου 13 ν.4440/2016 και οι οποίοι μεταταγέντες υπάλληλοι διατήρησαν το μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς του φορέα προέλευσής τους και των μετατασσόμενων υπαλλήλων βάσει του ισχύοντος πλέον άρθρου 44 παρ.2 ν.4674/2020 δυνάμει του οποίου οι μετατασσόμενοι κινδυνεύουν να απωλέσουν το βαθμολογικό και μισθολογικό τους καθεστώς, αφού εάν εφαρμόζονται διαφορετικές διατάξεις στην υπηρεσία υποδοχής, θα πρέπει να επανακαταγούν σε αυτήν.

Η διάρρηξη της βασικής συνιστώσας της μετατάξεως που διαχρονικά ο νομοθέτης την είχε καταστρώσει ως υπηρεσιακή μεταβολή που δεν εμπεριέχει διακοπή της υπαλληλικής ιδιότητας (και υπό τον προϊσχύσαντα Υ.Κ.=ν.2683/1999[3]) εισάγει ανεπίτρεπτη διάκριση εντός της δημόσιας διοικήσεως, αφού οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων που μετετάγησαν υπό το προϊσχύσαν καθεστώς του άρθρου 13 ν.4440/2016 και των μετατασσόμενων υπαλλήλων του ν.4674/2020, χωρίς να υφίσταται αποχρών λόγος δημοσίου συμφέροντος, ενόψει ιδίως του ότι η απλή επίκληση δυσλειτουργιών που ανέκυψαν στους φορείς υποδοχής, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ρυθμίσεως του άρθρου 44 ν.4674/2020, δεν αποτελεί επαρκή αποχρώντα λόγο δημοσίου συμφέροντος για την εισαγωγή παρόμοιας διακριτικής μεταχείρισης, όπως και ρωγμής στην συνταγματική προστασία της μονιμότητας.

Με τα δεδομένα αυτά ανακύπτει ζήτημα συμφωνίας της ρυθμίσεως του άρθρου 44 ν.4674/2020 προς το άρθρο 103 Συντ., αλλά και το άρθρο 4 παρ.1 Συντ.

5. Επιπρόσθετα, παρατηρείται σε σχέση με την με αρ.ΔΙΔΑΔ/Φ.49Κ/1102/οικ.18804/2.12.2022 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Εσωτερικών ότι τούτη εισάγει κανονιστική ρύθμιση, καίτοι αποτελεί εγκύκλιο, αφού η εκ νέου αξιολόγηση της συνάφειας των μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και των διδακτορικών διπλωμάτων δεν προβλέπεται στο νυν ισχύον άρθρο 44 ν.4765/2020. Τούτο διότι, η νομοθετική αυτή διάταξη ρυθμίζει το ζήτημα της εφεξής μισθολογικής προώθησης των υπαλλήλων στην υπηρεσία υποδοχής ορίζοντας σχετικά ότι:«Σε ό,τι αφορά στην μισθολογική προώθηση του υπαλλήλου λόγω κτήσης μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, αυτοί λαμβάνονται υπόψη για τη μισθολογική κατάταξη του υπαλλήλου, κατόπιν αναγνώρισης της συνάφειας αυτών βάσει των ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων».

Εν τούτοις στο πρώτο εδάφιο της εγκυκλίου (στο δεύτερο γίνεται επανάληψη της ανωτέρω ρυθμίσεως) εισάγεται ανεπίτρεπτη κανονιστική ρύθμιση που αφορά στην εκ νέου κρίση της συνάφειας μεταπτυχιακών τίτλων ή διδακτορικών διπλωμάτων από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας υποδοχής, αμέσως μετά την μετάταξη του υπαλλήλου. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει εκ νέου αξιολόγηση της συνάφειάς τους, καίτοι τούτα έχουν ήδη αναγνωριστεί από τα αρμόδια όργανα του φορέα προέλευσης του υπαλλήλου.

«Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ειδικά σε ό,τι αφορά τους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα που κατέχουν οι υποψήφιοι, ότι βάσει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και των προαναφερομένων διατάξεων του αρ. 71 του Υ.Κ., απαιτείται εκ νέου η κρίση της συνάφειας αυτών από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας υποδοχής αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μετάταξης, κατά το μέρος που οι τίτλοι αυτοί δεν αποτελούν τυπικό προσόν για τη συγκεκριμένη θέση, οπότε και αποτελούν κριτήριο για το παραδεκτό της αίτησης υποψηφιότητας».

Παρόμοια πρόβλεψη δεν υφίσταται εν τούτοις στον ν.4765/2020, με αποτέλεσμα το μεν να ανακύπτει ζήτημα ψευδο-ερμηνευτικού χαρακτήρα της εγκυκλίου ως προς την συγκεκριμένη πρόβλεψη, το δε ζήτημα νομιμότητάς της, ως εκ της μη δημοσιεύσεώς της σε ΦΕΚ (με αποτέλεσμα τον ανυπόστατο χαρακτήρα της) και ως εκ της μη ύπαρξης νομοθετικής εξουσιοδότησης για κανονιστική ρύθμιση επιμέρους θεμάτων του άρθρου 44 ν.4765/2020 προς οιοδήποτε όργανο του Υπουργείου Εσωτερικών.

Σε περίπτωση ψευδο-ερμηνευτικής εγκυκλίου, είναι δυνατή η δικαστική προσβολή της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Η ρύθμιση του άρθρου 44 παρ.2 ν.4674/2020 παρίσταται συναταγματικώς προβληματική υπό το φως του άρθρου 103 Συντ., δεδομένου ότι, εισάγει ρωγμή στην αρχή της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας των μετατασσόμενων υπαλλήλων από την οποία απορρέει ως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας,το δικαίωμά τους να μεταταγούν διατηρώντας τον βαθμό και το μισθό τους, καθώς και την θέση τους στην υπηρεσία υποδοχής και πολύ περισσότερο το δικαίωμά τους να διατηρήσουν τα καθήκοντα της θέσεως προελεύσεώς τους στην υπηρεσία υποδοχής, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται τα κύρια καθήκοντά τους να μεταβληθούν ώστε να καταστούν τελείως διαφορετικά από αυτά που ασκούσαν μέχρι πρότινος. Με επιχείρημα από το μείζον στο έλασσον, είναι σαφές ότι η μη διατήρηση του βαθμολογικού και μισθολογικού καθεστώτος του μετατασσόμενου υπαλλήλου προσβάλει τα προαναφερόμενα δικαιώματα που απορρέουν από την συνταγματική διάταξη του άρθρου 103 Συντ. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή επί μεταβολής του μισθολογικού και βαθμολογικού καθεστώτος του μετατασσόμενου υπαλλήλου, με αποτέλεσμα την επανακατάταξή του στο φορέα υποδοχής, είναι σαφές ότι ανατρέπεται το εγγενές στοιχείο της μετατάξεως που συνίσταται στην ταυτόχρονη απόλυση και διορισμό του υπαλλήλου, χωρίς καμία διακοπή της υπαλληλικής του ιδιότητας. Κατά τούτο η ρύθμιση του άρθρου 44 ν.4765/2020 πάσχει εκ της συλλήψεώς της ως αντιβαίνουσα στην συνταγματική προστασία της μονιμότητας των υπαλλήλων, όπως τούτη έχει ειδικώς ερμηνευτεί στην περίπτωση -αυτοδίκαιων- μάλιστα μετατάξεων των υπαλλήλων από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

2. Η ρύθμιση εν τούτοις τυγχάνει και άνιση ενόσω δημιουργεί δύο κατηγορίες μετατασσόμενων υπαλλήλων εντός του αυτού νομοθετήματος χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος δημοσίου συμφέροντος: των μεταταγέντων υπαλλήλων βάσει των κύκλων κινητικότητας που έλαβαν χώρα υπό το καθεστώς ισχύος του άρθρου 13 ν.4440/2016 και οι οποίοι μεταταγέντες υπάλληλοι διατήρησαν το μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς του φορέα προέλευσής τους και των μετατασσόμενων υπαλλήλων βάσει του ισχύοντος πλέον άρθρου 44 παρ.2 ν.4674/2020 δυνάμει του οποίου οι μετατασσόμενοι κινδυνεύουν να απωλέσουν το βαθμολογικό και μισθολογικό τους καθεστώς, αφού εάν εφαρμόζονται διαφορετικές διατάξεις στην υπηρεσία υποδοχής, θα πρέπει να επανακαταγούν σε αυτήν.

3. Με την με αρ.ΔΙΔΑΔ/Φ.49Κ/1102/οικ.18804/2.12.2022 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Εσωτερικών εισάγεται ανεπίτρεπτη κανονιστική ρύθμιση που αφορά στην εκ νέου κρίση της συνάφειας μεταπτυχιακών τίτλων ή διδακτορικών διπλωμάτων από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας υποδοχής, αμέσως μετά την μετάταξη του υπαλλήλου. Παρόμοια πρόβλεψη δεν υφίσταται εν τούτοις στον ν.4765/2020, με αποτέλεσμα το μεν να ανακύπτει ζήτημα ψευδο-ερμηνευτικού χαρακτήρα της εγκυκλίου ως προς την συγκεκριμένη πρόβλεψη, το δε ζήτημα νομιμότητάς της, ως εκ της μη δημοσιεύσεώς της σε ΦΕΚ (με αποτέλεσμα τον ανυπόστατο χαρακτήρα της) και ως εκ της μη ύπαρξης νομοθετικής εξουσιοδότησης για κανονιστική ρύθμιση επιμέρους θεμάτων του άρθρου 44 ν.4765/2020 προς οιοδήποτε όργανο του Υπουργείου Εσωτερικών.

 

Αθήνα, 28.12.2022

Η γνωμοδοτούσα δικηγόρος




[1]Κατά την ΣτΕ 2562/2011: «8. Επειδή, ναι μεν η μετάταξη αναλύεται θεωρητικώς σε απόλυση από μία θέση και διορισμό σε ομοιόβαθμη θέση άλλης υπηρεσίας της Διοικήσεως, η μεταβολή όμως αυτή επέρχεται χωρίς κάποια διακοπή της υπαλληλικής ιδιότητας του μετατασσομένου δεδομένου ότι και οι δύο πράξεις συμπίπτουν χρονικώς. Συνεπώς, επί μετατάξεως δεν πρόκειται περί μεταβολής της καταστάσεως του υπαλλήλου εξ εκείνων για τις οποίες υφίσταται η ειδική προστασία του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου μόνο για την απόλυση εκείνη η οποία επάγεται λύση της υπαλληλικής σχέσεως».

 

[2] Βλ. έτσι ρητά ΔΕφΑθ 2106/2014:

«8.  Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν  δεκτά στην πέμπτη σκέψη, ο χρόνος απασχόλησης  του αιτούντος  στη ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε.  προσμετράται, προκειμένου να συμπληρωθεί η  απαιτούμενη από την παρ 2 του άρθρου 70 του ν. 3528/2007 υπηρεσία για τη μετάταξή του σε ανώτερη κατηγορία, δεδομένου ότι  υφίσταται η αναγκαία προς τούτο  νομοθετική πρόβλεψη  με  τις ειδικές ρυθμίσεις της παρ 9   του άρθρου 16 του ν. 3891/2010, βάσει των οποίων η μεταφορά του  σε υπηρεσία του Δημοσίου  εχώρησε  χωρίς οποιαδήποτε  διακοπή της υπαλληλικής του σχέσεως και με αναγνώριση

του  ως άνω χρόνου  απασχόλησης  ως χρόνου  πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για όλα τα ζητήματα της υπηρεσιακής και της μισθολογικής κατάστασής του».

[3]  Άρθρο 70 παρ.3: «3. Οι υπάλληλοι μετατάσσονται με το βαθμό που κατέχουν».


ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 

ΑΙΤΗΣΗ - ΟΧΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

(κατ’ άρθρο 143 περ. γ΄ του Ν. 4270/2014)

 

Του/ης …………………………………………. του ……………… και της ………………,  κατοίκου ………………………, οδός …………………………………. αρ. ………., με Α.Φ.Μ. …………………,υπαλλήλου τ..………………………………………………………………. που εδρεύει στη ………….…………, επί της οδού ……………………………….................... αρ. …., Τ.Κ. ……… .

*************************

 

          Με το άρθρο 26 του Ν. 4354/2015 ορίστηκε ότι: «1) Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί από το φορέα αυτόν, μέχρι και στις 31.12.2015. 2) Μετά τη μισθολογική κατάταξη της προηγούμενης παραγράφου, η μισθολογική εξέλιξη όλων των υπαλλήλων αναστέλλεται μέχρι τις 31.12.2017. Από 1.1.2018 η μισθολογική εξέλιξη ενεργοποιείται εκ νέου … χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.12.2017.»

          Επειδή η προαναφερόμενη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 26 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ανεστάλη η μισθολογική εξέλιξη όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και εμού, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2017, πέραν της απώλειας μέρους του εισοδήματός μου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (1-1-2016 έως 31-12-2017), είχε ως άμεσο αποτέλεσμα, λόγω της καθυστέρησης της προαγωγής μου στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί μισθολογικής κατάταξης, την απώλεια μέρους του εισοδήματός μου και κατά την χρονική περίοδο από 1-1-2018 έως 31-12-2022.

          Επειδή η ως άνω αναστολή της μισθολογικής μου εξέλιξης και η επιγενόμενη μείωση των δικαιούμενων εισοδημάτων μου τόσο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2017 αλλά και κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 31-12-2022, είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

          Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 143 περ. γ΄ του Ν. 4270/2014 ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: … γ) Με την υποβολή αίτησης προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία θεώ­ρησης ή έγκρισης του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αν δεν εκδοθεί πρακτικό, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή.»

          Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, με την παρούσα αίτησή μου, η οποία είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, ασκούμενη κατ’ άρθρο 143 περ. γ΄ του Ν. 4270/2014 [Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις] (Α΄ 143), δια της υποβολής της στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, συνεπάγεται τη διακοπή της παραγραφής της αξίωσής μου,

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να μου καταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό προσδιορίσω με την σχετική αγωγή μου, το οποίο ποσό μου οφείλει λόγω της εφαρμογής κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2017 του άρθρου 26 του Ν. 4354/2015, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της προαγωγής μου στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και την απώλεια μέρους του εισοδήματός μου και κατά την χρονική περίοδο από 1-1-2018 έως 31-12-2022.

 

…………………. ……/12/2022

Ο/Η Αιτών/Αιτούσα

 

 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου