
Με την έναρξη των Πανελλαδικών Εξετάσεων, σχεδόν 100.000 υποψήφιοι εισέρχονται σε μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, διεκδικώντας 68.788 θέσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Μέσα σε μόλις τέσσερις τρίωρες εξετάσεις –δηλαδή σε δώδεκα συνολικά ώρες– καλούνται να αποδείξουν την πολυετή προσπάθειά τους, γεγονός που δημιουργεί έντονο άγχος και ψυχολογική πίεση.
Το άγχος αυτό εκφράζεται μέσα από διαρκή ερωτήματα των μαθητών, όπως η επιτυχία στην επιθυμητή σχολή, η αξία της προσπάθειας και η επόμενη μέρα σε περίπτωση αποτυχίας. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, όταν αυτά τα ερωτήματα δεν διαχειρίζονται σωστά, μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε ακραίες καταστάσεις, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα ξεπερνά τα όρια μιας απλής εξεταστικής διαδικασίας.
Η αιτία του φαινομένου δεν είναι μονοδιάστατη. Το άγχος φαίνεται να έχει βαθύτερες ρίζες που ξεκινούν ήδη από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η σταδιακή χαλάρωση των απαιτήσεων στο σχολείο τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει στη δημιουργία μαθησιακών κενών, τα οποία οι μαθητές καλούνται να καλύψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της Β’ και Γ’ Λυκείου. Έτσι, η επιτυχία στις Πανελλαδικές μετατρέπεται σε μια «μάχη ταχύτητας», αντί για αποτέλεσμα μιας σταθερής και μακροχρόνιας μαθησιακής πορείας.
Παράλληλα, η εκπαιδευτική διαδικασία στο Λύκειο φαίνεται να υποχωρεί, καθώς το βάρος μετατοπίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην προετοιμασία για τις εξετάσεις. Τα φροντιστήρια αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ η ουσιαστική μόρφωση και η καλλιέργεια δεξιοτήτων περνούν σε δεύτερη μοίρα. Το σχολείο, αντί να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας γνώσης, περιορίζεται συχνά σε συμπληρωματικό ρόλο.
Σημαντική είναι και η επίδραση της οικογένειας και της κοινωνίας. Οι γονείς, συχνά άθελά τους, ενισχύουν την πίεση, προβάλλοντας υψηλές προσδοκίες και ταυτίζοντας την επιτυχία με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Από μικρή ηλικία καλλιεργείται η ανάγκη διάκρισης και σύγκρισης, ενώ η κοινωνία προωθεί μια κουλτούρα ανταγωνισμού και συσσώρευσης τίτλων και πιστοποιήσεων. Το αποτέλεσμα είναι οι μαθητές να βιώνουν τις εξετάσεις ως καθοριστικό σημείο που ορίζει την αξία και το μέλλον τους.
Το ίδιο το εξεταστικό σύστημα ενισχύει αυτή την πίεση. Η εισαγωγή στα ΑΕΙ βασίζεται σε μια διαδικασία κατάταξης, όπου οι υποψήφιοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για περιορισμένο αριθμό θέσεων. Η έμφαση δίνεται κυρίως στην αποστήθιση και λιγότερο στην κριτική σκέψη, ενώ η τελική επίδοση εξαρτάται από μια και μόνο εξέταση, ενισχύοντας το αίσθημα της «τελευταίας ευκαιρίας». Πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι το σύστημα αυτό έχει πλέον φτάσει στα όριά του και συμβάλλει στην υποβάθμιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας του Λυκείου.
Αντίθετα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζονται μικτά συστήματα αξιολόγησης που συνδυάζουν τις τελικές εξετάσεις με τη συνολική σχολική επίδοση. Στην Ισπανία και τη Γαλλία, σημαντικό ποσοστό της βαθμολογίας προκύπτει από το απολυτήριο, ενώ στην Ιρλανδία και την Ολλανδία ενσωματώνεται και η ενδοσχολική αξιολόγηση. Στη Φινλανδία παρέχεται η δυνατότητα επανάληψης των εξετάσεων και δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Τα συστήματα αυτά μειώνουν την πίεση και προσφέρουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των ικανοτήτων των μαθητών.
- Ισπανία: 60% απολυτήριο – 40% εξετάσεις.
- Γαλλία: 60% γραπτές εξετάσεις – 40% σχολική επίδοση.
- Ιρλανδία: 40% ενδοσχολική αξιολόγηση – 60% τελικές εξετάσεις.
- Ολλανδία: 50% ενδοσχολικές – 50% εθνικές εξετάσεις, με ευρεία πρόσβαση στα ΑΕΙ.
- Φινλανδία: Δυνατότητα επανάληψης εξετάσεων και έμφαση στην κριτική σκέψη.
Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει την ανάγκη για ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο αξιολόγησης και στην Ελλάδα. Η καθιέρωση ενός «εθνικού απολυτηρίου», όπου θα συνυπολογίζεται η συνολική πορεία του μαθητή στο Λύκειο σε συνδυασμό με εθνικές εξετάσεις, αποτελεί μία από τις προτάσεις που συζητούνται. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση μορφών συνεχούς αξιολόγησης, όπως εργασίες και ομαδικά πρότζεκτ, που μπορούν να αποτυπώσουν πιο ουσιαστικά τις δεξιότητες των μαθητών.
Συμπερασματικά, το άγχος των Πανελλαδικών Εξετάσεων δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Αποτελεί το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του εκπαιδευτικού συστήματος, της οικογένειας και της κοινωνίας. Η αντιμετώπισή του προϋποθέτει μια συνολική αναθεώρηση της φιλοσοφίας της εκπαίδευσης, με στόχο ένα σχολείο που θα καλλιεργεί ουσιαστική γνώση, κριτική σκέψη και ψυχική ανθεκτικότητα, προετοιμάζοντας τους μαθητές για τη ζωή και όχι μόνο για μια εξέταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου