Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Ο νεοφιλελεύθερος ναρκισσισμός του Βερολίνου κοστίζει ακριβά στην ευρωζώνη


Σε κάθε φάση της κρίσης της ευρωζώνης εδώ και δυο χρόνια, η Angela Merkel κάνει μόνο τα ελάχιστα από όσα πρέπει να γίνουν, ώστε να διατηρηθεί η νομισματική ένωση, και τίποτα παραπάνω.
Αυτή η μινιμαλιστική προσέγγιση κοστίζει περισσότερα στη Γερμανία (σε διασώσεις), από ότι θα της κόστιζε αν δρούσε πιο νωρίς, και πιο αποφασιστικά.
Από την άλλη πάλι, κράτησε υπό έλεγχο τον πληθωρισμό, και διατήρησε αδύναμο το ευρώ, δυο στοιχεία που είναι απαραίτητα για τις γερμανικές εξαγωγές.
Μάλιστα, κάποιος κυνικός παρατηρητής θα μπορούσε να πει ότι η τρέχουσα κατάσταση (αδύναμο αλλά ζωντανό ευρώ) είναι ιδανική για την εξαγωγική οικονομία του Βερολίνου.
Δεν είναι όμως καθόλου ιδανική για τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης. Και αυτό αντανακλάται στα πρόσφατα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, και που θέλουν την Γερμανία να απολαμβάνει υψηλούς ρυθμούς (ρεκόρ) απασχόλησης, ενώ την ίδια ώρα η Ισπανία πάσχει από υψηλά επίπεδα ανεργίας. Μάλιστα, αξίζει να σημειώσουμε πως η Ισπανία δεν ήταν δημοσιονομικά ανεύθυνη, όπως η Ελλάδα, και είχε μια αναλογία χρέους προς ΑΕΠ, μικρότερη και από αυτήν της Γερμανίας!

Η οικονομική θεωρία πίσω από την γερμανική προσέγγιση στην κρίση (ordoliberalism), έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη γερμανική μορφή οικονομικού φιλελευθερισμού, που επηρεάστηκε από τον Adam Smith, αλλά και από την γερμανική ιστορία του 20ου αιώνα.
Αναπτύχθηκε στις δεκαετίες 1930 και 1940 από τον Walter Eucken, και την σχολή Freiburg, και βασίζεται στην άποψη ότι ο ρόλος του κράτους είναι να δημιουργεί ένα οικονομικό και νομικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις αγορές να λειτουργούν αποτελεσματικά, κυρίως μέσα από τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.
Οι οπαδοί της θεωρίας αυτής (νεοφιλελεύθεροι) θυμούνται πάντα την αποτυχία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, τον ναζισμό, και τον κομμουνισμό. Έτσι, αν και πιστεύουν στην ανάγκη κρατικού παρεμβατισμού σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι πιστεύουν οι Αγγλοσάξονες φιλελεύθεροι, κυρίως για να αποφευχθεί η ανάδυση μονοπωλίων και ολιγοπωλίων, εν τούτοις θέλουν λιγότερο κρατικό παρεμβατισμό από ότι οι Κεϋνσιανοί. Για παράδειγμα, αντιτίθενται σε επεκτατικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές, σε περιόδους κρίσεων και υφέσεων.
Αν και η θεωρία του ordoliberalism δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή αλλού, στην Γερμανία παίζει μεγάλο ρόλο, ειδικά στην κεντροδεξιά παράταξη. Θεωρείται ως η βάση της μεταπολεμικής οικονομίας της «κοινωνικής αγοράς», και του οικονομικού θαύματος που γνώρισε η χώρα στη δεκαετία του 1950.
Οι σύμβουλοι της Γερμανίδας καγκελαρίου είναι σφόδρα επηρεασμένοι από αυτήν την θεωρία, και τονίζουν ιδιαίτερα τον ρόλο της ΕΚΤ. Για αυτούς, ο πρωτεύων ρόλος της ΕΚΤ είναι βασικά η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, και συνεπώς η έμμεση τόνωση της ανάπτυξης, και όχι οι παρεμβάσεις επέκτασης της προσφοράς χρήματος, όπως κάνουν τα τελευταία χρόνια η Τράπεζα της Αγγλίας και η αμερικανική Federal Reserve.
Για αυτό ο πρώην οικονομολόγος της ΕΚΤ Jürgen Stark, που χαρακτήρισε το βιβλίο του Eucken ως την «πρωταρχική έμπνευση της ζωής του», παραιτήθηκε πριν από μερικούς μήνες, επειδή η ΕΚΤ προχώρησε στην αγορά ιταλικών και ισπανικών κρατικών ομολόγων.
Το ίδιο έπραξε και ο πρόεδρος της Bundesbank  Axel Weber, για παρόμοιους λόγους. Ο δε διάδοχος του, και πρώην σύμβουλος της Merkel Jens Weidmann, είναι εξίσου αντίθετος στην αγορά ομολόγων από πλευράς ΕΚΤ.
Η οικονομική όμως αυτή θεωρία αφορά στο πως θα λειτουργεί αποδοτικά μια εθνική οικονομία, και όχι πως θα οργανωθεί μια παγκόσμια οικονομία, ή πως θα δημιουργηθεί μια νομισματική ένωση. Για αυτό και δεν προσφέρει καμιά βοήθεια στην τρέχουσα κρίση, η οποία χαρακτηρίζεται από οικονομικές ανισορροπίες μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης.
Ως αποτέλεσμα, ελάχιστοι είναι οι Γερμανοί οικονομολόγοι που αποδέχονται την άποψη ότι τα πλεονάσματα της χώρας τους (μέρος αλλά και αποτέλεσμα του ευρώ) είναι η άλλη όψη των ελλειμμάτων των υπόλοιπων χωρών, και άρα μέρος του όλου προβλήματος. Αντ αυτού, θεωρούν τα γερμανικά πλεονάσματα ως αποκλειστικό αποτέλεσμα χρηστής οικονομικής διαχείρισης.
Οι νεοφιλελεύθερες θεωρίες έχουν οδηγήσει την Γερμανία στο να επιδιώκει οικονομικές πολιτικές που είναι προς συμφέρον της, και όχι προς συμφέρον της ευρωζώνης συνολικά. Η «κουλτούρα σταθερότητας» της Γερμανίας επηρεάζεται από μια συλλογική ανάμνηση του υπερπληθωρισμού, αλλά υπάρχει και μια ακόμη πιο εγωιστική αιτία: Ακόμη και μια μικρή αύξηση στον πληθωρισμό, θα μείωνε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των γερμανικών εξαγωγών σε ολόκληρο τον κόσμο, και θα μείωνε την αξία των αποθεματικών της χώρας.
Η γερμανική επιθετικότητα απέναντι στον πληθωρισμό απλά σημαίνει πως δεν υπάρχει άλλη λύση για τις ελλειμματικές οικονομίες, από την αυστηρή λιτότητα. Ακόμη και σε χώρες όπως η Ισπανία, όπου η κρίση δεν προκλήθηκε από υπερβολικά χρέη.
Μέσα σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η γερμανική συντηρητική σκέψη δεν διαφέρει και πολύ από την αντίστοιχη «δεξιά» σκέψη της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Μάλιστα, οι Γερμανοί μοιάζουν να υιοθετούν την αμερικανική οικονομική θεωρία του «trickle down», ότι δηλαδή αργά ή γρήγορα, η ανάπτυξη θα πάει και προς τα κάτω, δηλαδή από την κορυφή (πυρήνας) της ευρωζώνης, θα «στάξει» και στην βάση της (περιφέρεια).
Μπορεί το ευρώ να είναι ένα ακόμη αποτυχημένο πείραμα, όπως υποστήριξε πρόσφατα ο οικονομολόγος του Harvard Martin Feldstein. Ακόμη όμως και αν καταφέρει να επιβιώσει η ευρωζώνη, ο οικονομικός ναρκισσισμός της Γερμανίας θα σημαίνει πολύ απλά ότι οι υπόλοιπες χώρες μέλη της θα πληρώσουν ένα πολύ ακριβό τίμημα μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια.

The Guardian

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου